Όψεις της Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση των χωρών της Ε. Ευρώπης

Ήδη από την υπογραφή της Συνθήκης Μπολόνια (Ιούνιος 99) από 29 υπουργούς Παιδείας της Ευρώπης ένας από τους στόχους που καθιερώθηκε ήταν η διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Η συνεργασία που εγκαινιάστηκε σκοπό έχει μεταξύ άλλων να προωθήσει ένα σύστημα αξιολόγησης των πανεπιστημίων συμβάλλοντας στην διαμόρφωση ενός Κοινού Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης ως το 2010. Στην ίδια κατεύθυνση με την Μπολόνια κινήθηκε η Συνδιάσκεψη των ευρωπαϊκών τριτοβάθμιων ιδρυμάτων στη Σαλαμάνκα (2001) όπου οι πρυτανικές και διοικούσες αρχές των ιδρυμάτων συμφώνησαν με τους Υπουργούς Παιδείας σφραγίζοντας μια συμμαχία ακαδημαϊκής ελίτ και αστικών κυβερνήσεων. Η συνδιάσκεψη στην Σαλαμάνκα ήταν αναγκαίος σταθμός προς απόσπαση συναίνεσης από τον ακαδημαϊκό χώρο και προλείανε το έδαφος για τις συνθήκες Πράγας(2001) – Βερολίνου (2003). Ο επόμενος σταθμός των Υπουργών Παιδείας είναι το Μπέργκεν της Νορβηγίας (Μάιος 2005). Ιδιαίτερης σημασίας το επόμενο διάστημα μέχρι τον Μάιο για την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση, μιας και το νομοσχέδιο του ΠΑΣΟΚ καταποντίστηκε εν μέσω φοιτητικών κινητοποιήσεων και βουλευτικών εκλογών και ουδέποτε ψηφίστηκε …

Η σκυτάλη πλέον περνάει στην Νέα Δημοκρατία με τον Καραμανλή να δηλώνει στην Βουλή στις 8 Νοεμβρίου προλειαίνοντας τον Εθνικό Διάλογο Παιδείας:

« …η Ελλάδα υπογράφοντας το 1999 και επαναβεβαιώνοντας το 2001 και το 2003 την διακήρυξη της Μπολόνια έχει αναλάβει απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημαντικές δεσμεύσεις σε πέντε θεματικές ενότητες με χρονικό όριο τον ερχόμενο Μάιο. Σε ό,τι αφορά την πρώτη ενότητα, την διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης οι υποχρεώσεις αφορούν κυρίως θέματα αξιολόγησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης…Επείγει η θεσμοθέτηση εθνικού φορέα αξιολόγησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευση».

ενώ η Υπουργός Παιδείας συμφώνησε : «Οι δεσμεύσεις που αναφέρθηκαν από τον Πρωθυπουργό είναι συγκεκριμένες. Γι’ αυτό και το πρώτο ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί, είναι η αξιολόγηση».

Σκοπός του άρθρου είναι να τεκμηριώσει κατά πόσο οι έως τώρα νύξεις και προβλέψεις για το τι θα επακολουθήσει της εφαρμογής της αξιολόγησης είναι υπερβολές ή προσεγγίζουν μια εικόνα της πραγματικότητας. Οδηγός αυτής της πρόχειρης έρευνας ήταν η καταγραφή της εμπειρίας της αξιολόγησης στις χώρες της Ευρώπης.

ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Σε κάθε μια χώρα υπεύθυνος για την αξιολόγηση είναι συνήθως ένα ολιγομελές σώμα που κατά κανόνα διορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας. Οι φορείς αυτοί, έχουν είτε άμεση είτε έμμεση σχέση με επιχειρηματίες. Σε αρκετές περιπτώσεις μέλη των φορέων είναι επιχειρηματίες ή αντιπρόσωποι τους ενώ ακόμη και εκεί που δεν είναι μέλη ο φορέας δικαιούται να αναθέσει καθήκοντα αξιολόγησης σε τρίτους εξωτερικούς αξιολογητές που κάλλιστα θα μπορούν να είναι από την τάξη των επιχειρηματιών. Στο προαναφερθέν νομοσχέδιο του ΠΑΣΟΚ, ο 13μελής φορέας με το όνομα ΕΣΔΑΠ(Εθνικό Συμβούλιο Διασφάλισης και Αξιολόγησης της Ποιότητας) θα απαρτιζόταν από πρυτάνεις, προέδρους ΤΕΙ, καθηγητική ελίτ και φοιτητές προτεινόμενους από την ΕΦΕΕ και ΕΣΕΕ. Το ΕΣΔΑΠ κατά το προσχέδιο διατηρούσε το δικαίωμα διορισμού περαιτέρω εμπειρογνωμόνων για την διεξαγωγή της εξωτερικής αξιολόγησης. Αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο έκκλησης προς τον επιχειρηματικό κόσμο.

Τι συμβαίνει όμως στις άλλες χώρες της Ευρώπης ;

Βάσει του βιβλίου της Ντίνας Ρηγάτου «Περνάνε και τα Πανεπιστήμια εξετάσεις ; Διασφάλιση Ποιότητας στον Χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης» εκδόσεις Ατραπός, τα πρώτα βήματα αξιολόγησης της Δανίας το 1987 έγιναν από μια «Επιτροπή Προοπτικών» για τα σχολεία ,5μελής που αποτελούνταν από το χώρο της βιομηχανίας και του εμπορίου μεταξύ άλλων. Στην Ολλανδία η εξωτερική αξιολόγηση γίνεται ανά επιστημονικό τομέα και διεξάγεται από μια επιτροπή έλεγχου που απαρτίζεται από έξι έως οκτώ μέλη με αντιπροσώπευση και από το χώρο της βιομηχανίας. Το εκπαιδευτικό σύστημα του Βελγίου είχε την πρώτη εμπειρία αξιολόγησης την ακαδημαϊκή χρονιά 90-91 όπου υποβλήθηκε σε έλεγχο από ειδικούς του ΟΟΣΑ(Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης).

Ενώ έρευνα του ENQA(το κεντρικό ευρωπαϊκό δίκτυο για την διασφάλιση ποιότητας και υπεύθυνο για τον συντονισμό των φορέων αξιολόγησης) «Quality Assurance in the Nordic Higher Education» για τις Σκανδιναβικές χώρες αναφέρει ότι, στην Φινλανδία ο 12μελής φορέας της αξιολόγησης αποτελείται και από αντιπροσώπους του επιχειρηματικού χώρου και της βιομηχανίας. Στη Σουηδία δικαίωμα λόγου στην διεξαγωγή επαναξιολόγησης έχουν και οι εργοδότες. Ενώ η εξωτερική αξιολόγηση πανεπιστημίων, σε περιπτώσεις μπορεί να έρχεται από το πολύ μακρινό… εξωτερικό των ΗΠΑ όπως στην περίπτωση της Ισλανδίας που χρηματοδότησε έναν αμερικάνικο φορέα για να αξιολογήσει ένα Ισλανδικό πανεπιστήμιο βάσει αμερικάνικων προτύπων και κριτηρίων!

Κεντρική έρευνα του ENQA για το σύνολο των χωρών της Ευρώπης που έχουν διορίσει φορείς αξιολόγησης «Quality procedures in European Higher Education» παρουσιάζει ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία ως προς την διαδικασία της αξιολόγησης:

Σε σύνολο 34 φορέων αξιολόγησης σε 24 χώρες, το 62% των φορέων έχει στην σύνθεση τους και μέλη των ιδίων των ιδρυμάτων εκπαίδευσης, το 44% των φορέων και στελέχη / εργοδότες των επιχειρήσεων, το 39% και εκπρόσωπους της κυβέρνησης , το 1/3 και μέλη των φοιτητών (συνηθισμένο είναι οι φορείς να έχουν εκπροσώπους πέρα από μια κοινωνική κατηγορία).

Ενώ στην διαδικασία της διαλογής των εμπειρογνώμων που διεξάγουν την εξωτερική αξιολόγηση (η οποία μπορεί να γίνεται και από κοινού με τα μέλη των φορέων αξιολόγησης) το 45% των φορέων επιλέγει και εργοδότες. Κύριο καθήκον των εμπειρογνωμόνων είναι η κατά πανεπιστήμιο επιθεώρηση που περιλαμβάνει συνεντεύξεις (στο 97% των περιπτώσεων), έρευνα των εγκαταστάσεων(86% των περιπτώσεων), τελική συνάντηση με το μάνατζμεντ (71%), την εξέταση εγγράφων(90%) και την παρακολούθηση των μαθημάτων(25% των περιπτώσεων).

Η ύπαρξη μάνατζμεντ στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, τακτική που εφαρμόζεται και σε ελληνικές ΔΕΚΟ, ξέχωρη από το ακαδημαϊκό και διοικητικό προσωπικό χρήζει ιδιαίτερης έρευνας και ενημέρωσης.

Στο παρόν άρθρο απλώς αναφέρεται η ύπαρξη του ως καθεστώς πλέον στα πανεπιστήμια του εξωτερικού και ότι το μάνατζμεντ έχει καθοριστικό ρόλο στην αυτό-αξιολόγηση ή εσωτερική αξιολόγηση των ιδρυμάτων. Πηγή χρηματοδότησης για τους φορείς είναι κατά κύριο λόγο η κεντρική κυβέρνηση, δεν αποκλείεται όμως και η συνδρομή από πολλές πηγές. Το 67% των φορέων δήλωσε ότι λαμβάνει χρηματοδότηση από την κεντρική κυβέρνηση 8% από περιφερειακή κυβέρνηση, 28% από ιδρύματα και 8% από συνδέσμους πανεπιστημίων και συνόδους των Πρυτάνεων. Ενώ ένας Ιρλανδικός φορέας αξιολόγησης λαμβάνει χρηματοδότηση και από τους φοιτητές.

Η ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ. ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

«Διότι δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις…»

Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, αποκρυσταλλώνονται κατά κανόνα σε αναφορές που συντάσσονται είτε από τους ίδιους τους φορείς(16% των περιπτώσεων) είτε από τους εξωτερικούς εμπειρογνώμονες(49%) είτε και από κοινού(35%).Σκοποί της αξιολόγησης για 75% των φορέων είναι η αξιοπιστία της εκπαίδευσης προς τις κυβερνήσεις, τους φοιτητές και τους εργοδότες ,η εθνική και διεθνής σύγκριση για 59% και 41 % των φορέων αντίστοιχα, ενώ η κατάταξη μόνο για 3% των φορέων. Η κατάληξη των αναφορών ποικίλει δημοσιεύονται και στέλνονται σε υπουργεία, τριτοβάθμια ιδρύματα, επιμελητήρια, εργοδοτικές ενώσεις και συχνά και ΜΜΕ(κλασικό παράδειγμα η Αγγλία). Αυτό συμβάλλει στην de facto κατάταξη των πανεπιστημίων ανεξαρτήτως των προθέσεων των φορέων αξιολόγησης, που «καλοκάγαθα» μόνο το 3% δηλώνουν ότι επιδιώκουν.

Η πιο δυσοίωνη πρόβλεψη για την αξιολόγηση και της σχέσης της με την χρηματοδότηση των πανεπιστήμιων, παρουσίαζε ένα σύστημα περικοπών και χρηματικών ποινών για πανεπιστήμια που δεν συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις των αξιολογητών. Το ΠΑΣΟΚ κράτησε τα προσχήματα και στο νομοσχέδιο του δεν αναφερόταν ρητά και φανερά κάτι τέτοιο ,τουναντίον στις δηλώσεις και συνεντεύξεις με την έναρξη του εθνικού διαλόγου για την Παιδεία από τη Νέα Δημοκρατία το ενδεχόμενο αυτό ολοένα και ακούγεται. Πόσο απέχει αυτή η σύνδεση από την πραγματικότητα των χωρών της Ευρώπης ;

Ανατρέχοντας στο βιβλίο της Ντίνας Ρηγάτου «Περνάνε και τα Πανεπιστήμια εξετάσεις ;» διακρίνεται μια διαφοροποίηση μεταξύ των χωρών της ΕΕ σε σχέση με την χρηματοδότηση. Σε μερικές χώρες υπάρχει τάση στροφής προς την σύνδεση και σε άλλες εφαρμόζονται ήδη σκληρές πρακτικές. Με πιο ακραίο παράδειγμα την Σουηδία χώρα κατά τα άλλα πρότυπο του Σκανδιναβικού κράτους πρόνοιας, όπου εφαρμόζεται ένα σκληρό σύστημα χρηματοδότησης βασισμένο στην απόδοση στην αξιολόγηση. Με τη νέα νομοθεσία έχει άμεσα συνδεθεί η χρηματοδότηση με την αξιολόγηση τους και την παραγωγικότητα τους. Ενώ μέχρι πρότινος γινόταν με βάση τον αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών, με τη νέα νομοθεσία γίνεται με βάση την αξιολόγηση, τους σκοπούς, και τα αποτελέσματα, ως εξής : 1/3 της χρηματοδότησης καταβάλλεται ανά σπουδαστή κατά την εγγραφή, ενώ τα 2/3 καταβάλλονται σταδιακά και σύμφωνα με την πρόοδο του φοιτητή. Ποτέ δεν καταβάλλεται ολόκληρη πριν ο φοιτητής ολοκληρώσει τις σπουδές του, επιβάλλοντας του ένα συνεχές καθεστώς ομηρίας.

Η νέα φιλοσοφία είναι σκληρά ανταγωνιστική : εάν ένα πανεπιστήμιο ή ακόμα και ένα πανεπιστημιακό τμήμα δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της ανταγωνιστικότητας, είναι προτιμότερο να το κλείσουν, ενισχύοντας ιδρύματα ή και τμήματα ως κέντρα αριστείας και μόνο. Πανεπιστήμια δηλαδή για μια μειοψηφία νεολαίας που προορίζεται για την πολιτική και οικονομική ελίτ, απλησίαστα από την πλειοψηφία της νεολαίας λόγω των «εξοντωτικών» οικονομικών και εξεταστικών φραγμών. Όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι φορείς για την Σουηδία και καταγράφεται στην αναφορά του ENQA για την Σκανδιναβία πρόσφορη μέθοδος για την διασφάλιση της ποιότητας, κατά τα κριτήρια της αξιολόγησης είναι η μέθοδος του «μαστιγίου και καρότου»!!! Στην Μεγάλη Βρετανία σε περιπτώσεις μη σεβασμού κατ’ επανάληψη των ποιοτικών κριτηρίων που έχει θέσει ο φορέας αξιολόγησης, έχει την δυνατότητα ο ίδιος να συστήσει την κατάργηση δημόσιων επιχορηγήσεων στο ίδρυμα .Στην Φινλανδία παρόλο την αρχική επιφύλαξη για σύνδεση της χρηματοδότησης με την αξιολόγηση έχουν γίνει ήδη τα πρώτα βήματα. Μέτρα για την κατανομή των πόρων για την ανταμοιβή ιδρυμάτων που έχουν κατάλληλες παραγωγικές δράσεις ,εκπαιδευτικά αποτελέσματα και θέσεις εργασίας για τους αποφοίτους έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται. Παρόμοια στροφή παρατηρείται και στην Γερμανία. Άλλη τακτική είναι η επιβολή χρηματικών ποινών όπως συμβαίνει στην φλαμανδική κοινότητα του Βελγίου όταν δεν εφαρμόζονται συγκεκριμένα μέτρα που υποδεικνύουν επιτροπές επιθεωρητών.

Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ

Τα πανεπιστήμια δεν αποτελούν νησίδα μέσα σε μια ταξική κοινωνία, κατ’ επέκταση μια λειτουργία του όπως η αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι μια ουδέτερη διαδικασία ανεπηρέαστη από τις υπάρχουσες αντιθέσεις. Η αξιολόγηση των πανεπιστημίων παρόλο του «εύηχου» της λέξης αποτελεί άλλο έναν μοχλό εδραίωσης και επέκτασης της κυριαρχίας των αναγκών των επιχειρήσεων.

Η άμεση εμπλοκή των επιχειρηματιών στην διαδικασία της αξιολόγησης έρχεται να επιφέρει την περαιτέρω υπαγωγή της εκπαίδευσης στις ανάγκες του κεφαλαίου. Με ταυτόχρονη ανάπτυξη επιχειρηματικής κουλτούρας στους φοιτητές και την όλη λειτουργία του πανεπιστημίου. Λέξεις κλειδιά της αγοράς όπως «ανταγωνιστικότητα», «κινητικότητα» και «απασχολησιμότητα» υιοθετούνται πλέον ως στόχοι και για την εκπαίδευση. Η σύνδεση των προγραμμάτων σπουδών με την αγορά εργασίας(βλ. συμφέροντα των επιχειρηματιών) και η διασφάλιση της αξιοπιστίας της εκπαίδευσης για τους εργοδότες θεσπίζονται ως κριτήρια αξιολόγησης εκ των ουκ άνευ για την εκπαιδευτική πολιτική της Ευρώπης.

Λειψή έως αποπροσανατολιστική όμως θα ήταν μια προσέγγιση της εκπαιδευτικής αριστεράς που θα έβαλλε μόνο κατά της παρουσίας των επιχειρηματιών στους φορείς αξιολόγησης ζητώντας μια «καθαρή» ακαδημαϊκή αξιολόγηση. Έτσι θα άφηνε στο απυρόβλητο τις σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας που αναπτύσσονται κατά την αξιολόγηση χωρίς την κατ’ ανάγκη άμεση συμμετοχή των επιχειρηματιών.

Ακόμη και αυτές οι εκπαιδευτικές πολιτικές που έχουν χαραχθεί (Μπολόνια-Πράγα) δεν απαιτούν την άμεση εμπλοκή των επιχειρηματιών, σύμμαχο έχουν βρει ούτως ή άλλως την διοικητική και ακαδημαϊκή ελίτ των πανεπιστημίων. Η Συνδιάσκεψη των Ιδρυμάτων στην Σαλαμάνκα ήταν αποκαλυπτική ως προς αυτό. Η συνδιάσκεψη έγινε μετά την Μπολόνια με σκοπό να προλειάνει το έδαφος για την Σύνοδο των υπουργών παιδείας που διεξήχθη λίγους μήνες μετά στη Πράγα. Στο δημοσιευμένο συμπέρασμα της συνδιάσκεψης που αποτέλεσε και την βάση για το τελικό «Μήνυμα προς τους Υπ. Παιδείας» πέρα ότι συμφωνούν με τις κατευθύνσεις της Μπολόνιας διατυμπανίζουν ως αρχή τους ότι «ο ανταγωνισμός προάγει την ποιότητα και κατά συνέπεια είναι καλός για τους φοιτητές». Επιπλέον η «αμόλυντη» ακαδημαϊκή διεκπεραίωση της υπαγωγής της γνώσης στο κεφάλαιο συντελείται και από το γεγονός ότι στρώμα πανεπιστημιακών, χωρίς βεβαίως να λείπουν οι αντιστάσεις, έχει άμεσες σχέσεις και εν τέλει ταυτίζει τις ανάγκες του με τις ίδιες τις επιχειρήσεις είτε ως σύμβουλοι και στελέχη είτε μέσω της έρευνας είτε ακόμη και ως πρόεδροι εταιρειών.

Οι φορείς στις χώρες της Ευρώπης κατά κανόνα διορίζονται και χρηματοδοτούνται συνήθως από τα Υπουργεία Παιδείας και τα Τριτοβάθμια Ιδρύματα και στελεχώνονται από Πρυτάνεις, την καθηγητική ελίτ, στελέχη/εργοδότες επιχειρήσεων και κατά περίσταση και από φοιτητές. Διαμορφώνεται δηλαδή ένα σχήμα πυραμίδας είτε με επιχειρηματίες είτε όχι όπου η εκάστοτε ολιγομελής ελίτ καθηγητών, τεχνοκρατών και φοιτητοπατέρων έχει υπό την εποπτεία της το σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας. Με τις νόρμες και τις υποδείξεις να μετακυλίονται από τον ανώτερο στον κατώτερο καταλήγοντας στον «πάτο» ,την πλειοψηφία των φοιτητών. Έτσι ο φοιτητής μαθαίνει ότι οι πράξεις του και η επίδοση του βαθμολογούνται, εποπτεύονται και σε τυχόν σφάλματα λογοδοτεί και οφείλει να συμμορφωθεί.

Η αξιολόγηση των πανεπιστημίων αποτελεί ίσως την καλύτερη προετοιμασία για την «διασφάλιση της ποιότητας» των επιχειρήσεων που θα αντιμετωπίσει ως υπάλληλος πλέον. Η νέα μόδα στις εταιρείες τριτογενούς τομέα είναι και εκεί η διασφάλιση/πιστοποίηση της ποιότητας(Συστήματα Ολικής Ποιότητας λέγονται στις εταιρείες) μέσω του συστήματος ISO. Στην πραγματικότητα η αξιολόγηση των πανεπιστήμιων αντιγράφει σε εντυπωσιακό βαθμό ορολογίες και διαδικασίες από αυτήν την μορφή management εταιρειών.

Η σύγκριση των πανεπιστημίων και η χρηματοδότηση τους βάσει των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης θα επιφέρει ένα τριτοβάθμιο τομέα με πανεπιστήμια πολλαπλών ταχυτήτων. Ο ανταγωνισμός των πανεπιστήμιων θα μεταφέρεται και στους φοιτητές καθιστώντας και τους πτυχιούχους ακόμη και ομοειδών σχολών ανταγωνιστές για μια θέση εργασίας προς τέρψιν της εργοδοσίας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των προς εκμετάλλευση αυριανών εργαζόμενων, τους καθιστά πιο ευάλωτους σε «εκπτώσεις» δικαιωμάτων και κατακτήσεων. Για την όσο την δυνατόν καλύτερη εδραίωση του κατακερματισμού, οι πολιτικές που έχουν χαραχθεί προωθούν την εγκατάλειψη του πτυχίου ως μέσο κατοχύρωσης εργασιακών δικαιωμάτων αντικαθιστώντας το με πιστωτικές μονάδες και το συμπλήρωμα διπλώματος για τον πλήρη κατακερματισμό του υποψήφιου εργατικού δυναμικού στην κατεύθυνση της ατομικής διαπραγμάτευσης με την εργοδοσία.

Επιπροσθέτως αξιοσημείωτο στοιχείο για την ελληνική εκπαίδευση είναι ότι η αξιολόγηση χρησιμοποιείται για την πιστοποίηση των τίτλων σπουδών σε ιδιωτικά πανεπιστήμια και κολέγια στις χώρες του εξωτερικού. Οι δηλώσεις του υπουργείου και πολιτικών των δύο κυρίαρχων κομμάτων κυμαίνονταν προς αυτήν την κατεύθυνση για τα ελληνικά ΚΕΣ. Η αξιολόγηση θα παίξει και στην Ελλάδα έναν τέτοιο ρόλο. Αφού επέτρεψαν να φυτρώσουν παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων, ως αλυσίδες fastfood, με μοχλό αρχικώς την αξιολόγηση τους θα εδραιωθεί η παρουσία τους και εν τέλει θα εξισωθούν με τα κρατικά πανεπιστήμια ανοίγοντας το δρόμο για μη κρατικά και ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Πηγή: Η αξιολόγηση των πανεπιστημίων στο εξωτερικό

από τσινάσκι 10:22μμ, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2005 (athens.indymedia.org)

ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ – Ε.Α.Α.Κ.


Advertisements

ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ

ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΓΙΟΡΤΗ ΗΤΑΝΕ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΗ ΛΑΙΚΗ

Πολυτεχνείο 1973 – Πολυτεχνείο 2004.

31 χρόνια μετά την κορυφαία στιγμή και εκδήλωση του αντιδικτατορικού αγώνα, ο αγώνας συνεχίζεται. Το Πολυτεχνείο ακόμη και σήμερα συνεχίζει να συγκινεί και να αφυπνίζει. Το Πολυτεχνείο παραπέμπει σε μία εξέγερση όπου ο λαϊκός παράγοντας εισβάλει δυναμικά στο προσκήνιο (πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1940 και το ΕΑΜικο κίνημα) και σφραγίζει τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Σύντριψε τους πόθους της δικτατορίας για ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση και τις συμβιβαστικές διαθέσεις των πολιτικών ανδρών που ήταν έτοιμοι να δεχθούν μια ανάπηρη δημοκρατία.

Το σύνθημα ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ κατάφερε το Νοέμβρη του 73 να συσπειρώσει χιλιάδες λαού σε αγώνα μέχρις εσχάτων ενάντια στη χούντα, διαψεύδοντας όσους πίστευαν πως τα οράματα είχαν ποδοπατηθεί από τις ερπύστριες των τανκ το 1967..

Δεν είναι τυχαίο πως και το Πολυτεχνείο και τον εορτασμό του πάντα τον φοβόντουσαν οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 η πορεία του Πολυτεχνείου ήταν απαγορευμένη από την κυβέρνηση της Ν.Δ.. Το 1980 η καταστολή φτάνει στο αποκορύφωμα με τη δολοφονία των φοιτητών Κουμή –Κανελοπουλου από τα ΜΑΤ της Δεξιάς, με το ΚΚΕ να αποχωρεί με «ελαφρά πηδηματάκια» από την πορεία. Το 1985 έχουμε τη δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά από τα ΜΑΤ της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Στη δεκαετία του 1990 γινόμαστε μάρτυρες της προσπάθειας να μας πείσουν πως το Πολυτεχνείο και τα οράματά του πέθαναν, ότι είμαστε πια η γενιά του καναπέ. Οι αγώνες μας (1990-91 νόμος Κοντογιαννόπουλου, 1995 βιβλιοκάρτα Παπανδρέου,1997 μεταρρύθμιση Αρσένη-ΠΣΕ, 2000 «ανωτατοποίηση» ΤΕΙ, ασφαλιστικό) τους έχουν διαψεύσει!!

Τα μηνύματα της εξέγερσης του 1973, μηνύματα ανυπακοής και αγώνα, εξακολουθούν να εμπνέουν τους αγώνες της νεολαίας και όχι μόνο.

ΨΩΜΙ, στην εποχή του ευρώ και της ακρίβειας, της ανεργίας, των χαμηλών μισθών, στην εποχή που το 22% των Ελλήνων ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας.

ΠΑΙΔΕΙΑ, στην εποχή που προωθείται η επιχειρηματοποίηση του ελληνικού πανεπιστημίου, η εμπορευματοποίηση της γνώσης και η παραγωγή αποφοίτων πειθαρχημένων και ραμμένους στις ανάγκες των εργοδοτών.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, στην εποχή του big brother, των 1000 και κάμερων «ασφάλειας» στους δρόμους, της ασφυκτικής παρουσίας της αστυνομίας σε κάθε γωνία της πόλης, της καταπάτησης στοιχειωδών πολιτικών ελευθεριών. Στην εποχή που οι αμερικάνοι και ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές βομβαρδίζουν όποια χώρα θέλουν.

Να μην τους επιτρέψουμε να μετατρέψουν το Πολυτεχνείο σε μια νέα « εθνική» εορτή.

Η εξέγερση δεν τελειώνει, δεν εξαργυρώνεται, δεν δυσφημείται! Ζει στους αγώνες του χθες και του σήμερα, στο κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, στο κίνημα ενάντια σε κάθε πόλεμο!

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ:

  • Συμμετοχή στην παλλαϊκή πορεία του πολυτεχνείου προς την αμερικάνικη πρεσβεία στις 17/11.

  • Ο εορτασμός να διοργανωθεί από πρωτοβάθμια εργατικά σωματεία, γενικές συνελεύσεις, φοιτητικούς συλλόγους και όχι από την επιτροπή φορέων.

Αναφορικά με τη σχολή μας:

  • Επανάληψη των εξετάσεων όταν κόβεται πάνω από το 62,34 % των φοιτητών, να μπει επιτέλους τέρμα στα μαζικά κοψίματα!

  • Τα υποχρεωτικά μαθήματα να διδάσκονται και στα δύο εξάμηνα.

  • Πληροφορική και παιδαγωγικά ως μαθήματα επιλογής.

  • Δημιουργία ανοιχτής συντονιστικής επιτροπής (άμεσα ανακλητή και υπόλογη στη γενική συνέλευση) για την υλοποίηση των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης

  • Παράσταση διαμαρτυρίας στο γραφείο του κ. Κιουλάφα με στόχο την οριστική επίλυση των προβλημάτων της σχολής μας.

  • Επόμενη γενική συνέλευση: Πέμπτη 2/12 στο αμφιθέατρο Παπαρηγοπούλου.

Συσπείρωση για μία αριστερή παρέμβαση στο οικονομικό (Ε.Α.Α.Κ.)

«Το Πολυτεχνείο είναι οχυρωμένο με τα στήθη των φοιτητών. Ο αγώνας μας είναι κοινός: είναι αγώνας αντιχουντικός, αγώνας αντιδικτατορικός. Είναι αγώνας αντιιμπεριαλιστικός. Κάτω η δικτατορία. Ζήτω η δημοκρατία!»

Ως πότε θα τους ανεχόμαστε;;;

Είναι προφανές ότι όταν κόβεται το 80% έχει αποτύχει το μάθημα, η διδασκαλία και το σύστημα. Δεν γίνεται να είμαστε ΟΛΟΙ χαζοί, και αδιάβαστοι!!!! Και απέναντι στο μύθο που λέει ότι αυτοί που έγραψαν 0-2 δεν πιάνονται στην αποτυχία του μαθήματος, γιατί ήταν άσχετοι, απαντάμε: πιάνονται, γιατί αρκετοί άμα διαβάσουν, αλλά ατυχήσουν στα θέματα και δουν ότι δεν φτάνουν το μαγικό αριθμό πέντε, δεν κάθονται να γράψουν. γιατί να καθόντουσαν άλλωστε? Για να κοπούν με 3 ή 4 αντί με 0; Σιγα! Καλύτερα να διαβάσουν το μάθημα της επόμενης μέρας.

Βαθμολογία Ποσοστό %
0-2 55,84%
3-4 23,26%
5-6,5 17,09%
7-,85 3,42%
9-10 0,28%



Ο κανόνας είναι πια και όχι η εξαίρεση να κόβεται σε ένα μάθημα πάνω από 70%….Τα ίδια ποσοστά και στη Λογιστική 1. Λογικό βέβαια αν σκεφτούμε τον παρανοϊκό τρόπο διόρθωσης του μαθήματος, και τα θέματα που θέλουν κοντά 3 ώρες να λυθούν… Για να μην τρελαθούμε όμως, και για να πάρουμε και πτυχίο κάποτε κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το μάθημα. Σε ένα υποχρεωτικό μάθημα πρώτου εξαμήνου, δεν επιτρέπεται να κόβεται πάνω από το 78%

Το τρομακτικό είναι πως ακόμα και να πέρασες Λογιστική 1, απόκειται να πάρεις βαθμό μεγαλύτερο του 6. Το 10 και το 9 είναι για τον κ. Νιάρχο και το Θεό. Tο 8 για τους βοηθούς του, το 7 είναι για 3-4 άτομα στα 400, ενώ ένα τυχερό και επίμονο κομμάτι φοιτητών περνάει με 5 άντε 6. Το υπόλοιπο 78% όλων των φοιτητών είναι βλάκες, χαζοί, τεμπέληδες και προφανώς αδιάβαστοι. ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ!!!!

Βαθμολογία Ποσοστό %
0-2 50,62%
3-4 27,41%
5-6,5 21,73%
7-,85 0,28%!!!!
9-10 0%!!!!!

Πάλι έκανε το θαύμα του ο Δαλαμάγκας!! Το βιβλίο άλλαξε αυτός όμως συνεχίζει την παράδοση του να κόβει ΜΑΖΙΚΑ! Η τελευταία τάση είναι να δίνει κόσμος το μάθημα στα αγγλικά (Public Finance) μπας και το περάσει. Ε, άλλωστε μετά τις 5-6 φορές που το δίνεις στα ελληνικά το βαριέσαι κάπως….

Βαθμολογία Ποσοστό %
0-2 42,72 %
3-4 25,30 %
5-6,5 30,42 %
7-,85 3,56 %
9-10 0 %

Μπροστά στην κατάσταση αυτή, των μαζικών κοψιμάτων η ΔΑΠ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ που αποτελεί την μεγαλύτερη παράταξη, ενώ έχει και αυτοδυναμία στο Δ.Σ. του συλλόγου τι έκανε; Οργάνωσε εκδρομή στην Μύκονο για να ξεχάσουμε τα βάσανα μας; Μοιράζει σημειώσεις; Μα δεν μας λείπουν οι σημειώσεις συνάδελφοι αλλά η στατιστική πιθανότητα να περάσουμε το μάθημα….Η μήπως με διάφορα υπόγεια κοννέ που έχει βολεύει τα δικά της παιδιά; (Δηλαδή τα αρχηγικά κομματικά στελέχη της). Ό,τι και να συμβαίνει τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους. Χρόνο με τον χρόνο, εξεταστική με την εξεταστική τα ποσοστά αποτυχίας στις εξετάσεις αυξάνονται. Ακόμα και σε μαθήματα που θεωρούνται εύκολα, όπως οι Αρχές Οικονομικής Ανάλυσης 1, κόβεται σχεδόν το 65%!

Απέναντι στο καθεστώς των μαζικών κοψιμάτων, στην καθηγητική αυθαιρεσία και στα εξωπραγματικά θέματα εκτός ύλης, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια ατομική λογική ωχαδερφισμού που λέει ότι δεν αλλάζει τίποτα. Οι αγώνες των φοιτητών έχουν την δύναμη να αλλάζουν τα πράγματα και αυτό είναι κάτι που το έχει δείξει η ιστορία του Οικονομικού. Ακόμα δεν μας ταιριάζει ο δρόμος του: «εγώ θα την βολέψω και άσε τους άλλους να κόψουν τον λαιμό τους. Άλλωστε αν κοπεί το 100%, κάτι που έχει συμβεί στο παρελθόν και όχι μόνο μια φορά (πχ ΜΑΚΡΟ ΙΙΙ), μάλλον κανείς δεν την βολεύει..

Εμείς σαν Συσπείρωση για μια αριστερή παρέμβαση στο οικονομικό, μπροστά σε αυτή την κατάσταση, επιλέγουμε τον δρόμο των μαζικών αγώνων και των παραστάσεων διαμαρτυρίας. Αυτό γιατί τα δικά μας προβλήματα δεν θα τα λύσουν άλλοι για εμάς χωρίς εμάς. Γιατί κανένας δεν θα μας κάνει έστω και το αυτονόητο, αν δεν το διεκδικήσουμε. Δεν έχουμε την εντύπωση πως είμαστε η πεφωτισμένη ηγεσία που θα καθοδηγήσει τους φοιτητές, ούτε πιστεύουμε πως κατέχουμε την απόλυτη αλήθεια. Επειδή ακριβώς πιστεύουμε και είμαστε απλά φοιτητές, έχουμε την ίδια αγωνιά και μοιραζόμαστε τους ίδιους φόβους κατά την ανακοίνωση των σφαγιαστικών αποτελεσμάτων της εξεταστικής θεωρούμε πως η κατάσταση απλά δεν πάει άλλο. Η επόμενη εξεταστική μπορεί να είναι διαφορετική! Αρκεί να πιστέψουμε στην δύναμη των αγώνων μας και στο δίκιο των διεκδικήσεων μας.

Συσπείρωση για μια Αριστερή Παρέμβαση στο Οικονομικό – ΕΑΑΚ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ-ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ Ο.Ε.Ε.

Τον Δεκέμβριο του 2004 πραγματοποιούνται οι εκλογές στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας, σε ένα τοπίο γεμάτο από αντεργατικές ρυθμίσεις τόσο για τους εργαζόμενους στο χρηματοπιστωτικό τομέα, όσο και συνολικά. Η Ολυμπιάδα τελείωσε αφήνοντας πίσω της 14 νεκρούς στα εργοτάξια – κάτεργα των Ολυμπιακών έργων, τις κάμερες στους δρόμους της Αθήνας και ένα τεράστιο οικονομικό κόστος που καλούνται να πληρώσουν για μια ακόμη φορά οι εργαζόμενοι.

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. υπόσχεται νέες ιδιωτικοποιήσεις, μεγαλύτερη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, διαρκή προσπάθεια αναθεώρησης της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Όλα αυτά στα πλαίσια του νέου πανευρωπαϊκού εκβιασμού του κεφαλαίου με τα αντεργατικά τελεσίγραφα της SIEMENS, BOSCH, OPEL, αλλά και των ΠΑΛΚΟ, Λαναρά και PIRELLI.

Ο.Ε.Ε ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΘΕΣΜΟΣ Η ΟΡΓΑΝΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ;

Από τις κυρίαρχες παρατάξεις δίνεται η απάντηση ότι το Ο.Ε.Ε. είναι ένας «επιστημονικός φορέας» που επιθυμεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση και εφαρμογή του συνόλου της οικονομικής-εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης, ένας σύμβουλος του κράτους. Όμως η βαθιά συμφωνία του Ο.Ε.Ε. στις βασικές επιλογές του κεφαλαίου, σε Εθνικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι δεδομένη, όταν συμφωνεί στα προγράμματα σύγκλισης, σε Προϋπολογισμούς λιτότητας και σε φορολογικούς νόμους που υπό το πρόσχημα της Ανάπτυξης δημιουργούν νέα αφορολόγητα στα κεφάλαιο. Όταν συμφωνεί με «Αναπτυξιακούς» νόμους με νέες ενισχύσεις για τους επιχειρηματίες. Η επίθεση των κυβερνήσεων γαλάζιας, πράσινης ή συναινετικής μορφής όχι μόνο φέρει την υπογραφή του Ο.Ε.Ε., αλλά και προωθείται από μεριάς του..

Στο Ο.Ε.Ε. συμμετέχουν εργοδότες, οικονομικοί μάνατζερ πλήρως ταυτισμένοι με τα συμφέροντα της «εταιρείας», μεγαλοστελέχη των υπουργείων της εκάστοτε κυβέρνησης και απλοί εργαζόμενοι οικονομολόγοι. Είναι προφανές στο καθένα ότι οι πρώτοι λόγω της οικονομικής και πολιτικής τους ισχύος έχουν κάθε δυνατότητα να ελέγχουν το Ο.Ε.Ε. Το Ο.Ε.Ε. με την δομή του και την πλήρη του ταύτιση με τις αντιλαϊκές οικονομικές πολιτικές του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων και της Ε.Ε. αποτελεί έναν εχθρικό θεσμό για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Δεν έχει καμία σχέση με κανενός είδους «ανεξάρτητο επιστημονικό σύλλογο». Αντίθετα αποτελεί έναν από τους βασικούς συμβούλους των κυβερνήσεων στην άσκηση της κυρίαρχης οικονομικής πολιτικής σε βάρος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Οι κυρίαρχες παρατάξεις του όταν δεν συναγωνίζονται στη προώθηση αντιλαϊκών επιλογών ανταγωνίζονται στην ανάληψη «δουλειών» μέσα από διάφορα «πακέτα έργων». Καμία αυταπάτη δεν πρέπει να υπάρχει για το χαρακτήρα του Ο.Ε.Ε. Το Ο.Ε.Ε είναι των εργοδοτών. Δεν αλλάζει, δεν μπορεί να τροποποιηθεί ο αντεργατικός του χαρακτήρας από την ενίσχυση των αριστερών φωνών όπως αυταπατάται ο ΣΥΝ και το ΚΚΕ. Αν για τον πρώτο η θεσμολαγνεία, ο φιλοευρωπαισμός του αλλά και η εμπλοκή στελεχών του με μια σειρά «προγράμματα» δικαιολογούν τη στάση του για το ΚΚΕ οι αυταπάτες για «Φιλολαϊκό ΟΕΕ» απορρέουν από την ουτοπική του θέση για «λαϊκή οικονομία και εξουσία» με συνέπεια να αναζητά και στο Ο.Ε.Ε τίμιους αστούς και μεσοαστούς για να συμμαχήσει.

ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ 2 ΚΟΣΜΟΙ ΧΩΡΙΣΤΑ

Το Ο.Ε.Ε. μιλά για οικονομολόγους. Για ποιους όμως οικονομολόγους κάνει λόγο το Ο.Ε.Ε.; Μήπως για το μεγάλο κομμάτι των συναδέλφων που χτυπάνε 10-ωρα στα λογιστήρια και τους οποίους το Ο.Ε.Ε. με το νόμο 2515/97 ( τον οποίο και ψήφισαν ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΣΥΝ), στην εφαρμογή του οποίου πρωτοστάτησε και πρωτοστατεί, καταργεί τα πτυχία των οικονομικών σχολών, και αφαιρεί εργασιακά δικαιώματα. Ταυτόχρονα με την απαράδεκτη και επικίνδυνη ρύθμιση για την «συνυπευθυνότητα» των λογιστών καθιστά τους συναδέλφους όμηρους από την μια μεριά των εργοδοτών και από την άλλη του κράτους; Μήπως μιλά για τους χιλιάδες συναδέλφους που δουλεύουν στα πάσης φύσεως «γραφεία οικονομικών μελετών και συμβούλων» χωρίς δικαιώματα εργασιακά και συνδικαλιστικά; Για τους συνάδελφους των ελεγκτικών εταιρειών, ή των χρηματιστηριακών που πληρώνουν με απολύσεις την φούσκα του χρηματιστηρίου την στιγμή που οι διάφοροι «θεσμικοί επενδυτές» και τα κάθε λογής λαμόγια μάζεψαν τα λεφτά του κόσμου με την αρωγή και της κυβέρνησης; Μήπως για τους συναδέλφους εργαζόμενους στις τράπεζες που την χρυσή τελευταία πενταετία της εκτίναξης των κερδών «επιβραβεύονται» με αυξήσεις κοροϊδία και «ευελιξία ωραρίου». Είναι σαφές ότι το Ο.Ε.Ε. δεν το απασχολούν αυτοί οι οικονομολόγοι παρά μόνο σαν «πλήθος» το οποίο «εκπροσωπούν» εργοδότες, κυβερνητικά στελέχη και μάνατζερ.

ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ & ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ

Για αυτό το λόγο πρέπει αυτό το πλειοψηφικό κομμάτι των συναδέλφων να περάσει στη πρώτη γραμμή. Με τις δικές του διεκδικήσεις, τα δικά του συνθήματα. Διαμορφώνοντας μια μαχητική αντιπολίτευση των εργαζομένων. . Απευθυνόμαστε στο κόσμο της μισθωτής εργασίας, στους συνάδελφους μισθωτούς των λογιστηρίων, των μελετητητικών γραφείων, των ελεγκτικών εταιρειών , των εταιρειών παροχής συμβούλων, των χρηματιστηριακών εταιρειών και των τραπεζών. Απευθυνόμαστε στους συνάδελφους αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, σε όλους εκείνους που δεν ζουν από τον ιδρώτα άλλων συναδέλφων. Στους χιλιάδες συναδέλφους οι οποίοι αποτελούν την εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη πλειοψηφία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Όχι για να αλλάξουμε το χαρακτήρα του Ο.Ε.Ε., αλλά για να μπλοκάρουμε τις όποιες αντεργατικές του κατευθύνσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αγώνας των λογιστών (συνδικαλισμένων στην ΕΕΛΠ) και φοιτητών – σπουδαστών το Φλεβάρη του 2003 για να μπλοκαριστούν οι εξετάσεις για χορήγηση αδειών με βάση τον 2515/97. Αυτό το στόχο έρχεται να υπηρετήσει και η εκλογική μας κάθοδος στο Ο.Ε.Ε Πιστεύουμε σε ένα οικονομολόγο όχι «επιστημονικό» απολογητή των αντιλαϊκών οικονομικών θεωριών που προωθούν το κεφάλαιο, οι κυβερνήσεις , η Ε.Ε. και οι κονδυλοφόροι τους, αλλά έναν οικονομολόγο δίπλα στις λαϊκές ανάγκες, που θα κριτικάρει βαθιά αυτές τις θεωρίες, θα αποκαλύπτει τον αντιλαϊκό τους χαρακτήρα και θα συμβάλλει στην απελευθερωτική προοπτική της εποχής μας. Πιστεύουμε σε ένα λογιστή όχι άνθρωπο της εργοδοσίας, άλλα ένα με τον εργαζόμενο. Έναν λογιστή που δεν θα αποδέχεται αλλά θα κριτικάρει από τη σκοπιά του εργαζόμενου το αντιλαϊκό φορολογικό σύστημα και την «εργατική» νομοθεσία.

Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε θετικό από το Ο.Ε.Ε. Όλοι εμείς πρέπει να πρωταγωνιστήσουμε έτσι ώστε να φτιαχτούν σωματεία των εργαζομένων σε όλους τους χώρους του χρηματοπιστωτικού τομέα. Να γίνει η Ένωση Επαγγελματιών Λογιστών Πρωτευούσης (ΕΕΛΠ) και όλα τα πρωτοβάθμια σωματεία της Π.Ο.Λ, πραγματικά σωματεία των μισθωτών λογιστών. Να συντονίσουμε και να ενώσουμε τους αγώνες και τις διεκδικήσεις όλου αυτού του κόσμου. Με ένα πρόγραμμα αναγκών και δικαιωμάτων των εργαζομένων που σήμερα θα απαιτήσει μαχητικά:

  • Ριζική μείωση του χρόνου εργασίας: 30ωρο-6ωρο-5ήμερο, αύξηση στους μισθούς για να ζούμε από μια εργασία ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ. Κατώτερος μισθός τα 1200 ευρώ. Να σπάσει η πολιτική λιτότητας. Άδεια 5 βδομάδες για όλους. Απαγόρευση των απολύσεων. Μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους.

  • Κατάργηση του νόμου 2515/97 και του Π.Δ. 340/98 για τους λογιστές. Όχι στην κατηγοριοποίηση των συναδέλφων με ή χωρίς εξετάσεις. Καμία αξιολόγηση από το Ο.Ε.Ε. Κατάργηση της συνυπευθυνότητας. Απεριόριστη εργασιακή εξέλιξη για όλους τους λογιστές ανεξαρτήτου πτυχίου (ΑΕΙ-ΤΕΙ-ΙΕΚ-Εμπειρικοί) στη κατεύθυνση άρσης κάθε διαχωρισμού. Ενιαία εργασιακά – μισθολογικά δικαιώματα.

  • Όχι στο «εκπαιδευτικό πρόγραμμα» της Πράγας – Μπολώνιας. Όχι στα ΑΕΙ επιχειρήσεις, δέσμια του κέρδους και των εταιρειών. Όχι στη διάσπαση των σχολών και των γνωστικών αντικειμένων. Ενιαία σχολή Οικονομίας.

  • Όχι στο επαγγελματικό ταμείο που προωθεί το Ο.Ε.Ε. Όχι στην ανταποδοτική «ασφάλιση» – όμηρο των δεικτών του χρηματιστηρίου. Δεν θα γίνουμε τα θύματα μιας νέας Enron. Κατάργηση της εργατικής εισφοράς στην ασφάλιση. Όχι στην τριμερή χρηματοδότηση. Να πληρώνουν μόνο οι εργοδότες. Να επιστρέψει το κεφάλαιο τα κλεμμένα στα ταμεία. Σύνταξη στα 55.

  • Επίδομα Ανεργίας στο ύψος του βασικού μισθού. Πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ανέργων.

  • Άμεση ανάκληση των ιδιωτικοποιήσεων. Δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες για όλους τους εργαζόμενους. Άμεση και Αποφασιστική μείωση των τιμολογίων των ΔΕΚΟ.

  • Ανατροπή της ΑΝΤΙΛΑΪΚΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. Όχι στη μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων Φορολόγηση τώρα του κεφαλαίου. Καμιά απαλλαγή και ενίσχυση των εργοδοτών. Κατάργηση της έμμεσης φορολογίας και της φορολογίας των μισθωτών.

  • ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής και της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

  • Καμία επιβάρυνση των εργαζομένων για τα χρέη της Ολυμπιάδας. Να πληρώσουν η ΔΟΕ, οι χορηγοί οι πολυεθνικές και οι εργολάβοι που κέρδισαν από τους αγώνες.

  • Νομιμοποίηση των μεταναστών. Καμία απέλαση. Όχι στην ξενοφοβία, το ρατσισμό και τον εθνικισμό.

  • Όχι στους Ευρωτρομονόμους-Ευρωπαϊκά Εντάλματα σύλληψης. Όχι στην κατάργηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

  • Ακύρωση των Αγορών όπλων. Διάλυση του ΝΑΤΟ-ΕΥΡΩΣΤΡΑΤΟΥ. Έξω οι Ιμπεριαλιστές από Βαλκάνια-Μ.Ανατολή. Επιστροφή των Ελληνικών Στρατευμάτων Κατοχής. Έξω η Ελλάδα από την τρομοκρατική Νατοϊκή συμμαχία του πολέμου.

ΜΕ ΜΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

ΚΑΙ ΕΝΑ ΝΕΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Δεν έχουμε αυταπάτες ότι οι οικονομολόγοι μπορούν μόνοι τους να αλλάξουνε τα πράγματα. Θεωρούμε την προσπάθεια μας ένα τμήμα, μία συμβολή στο τιτάνιο έργο επανίδρυσης της απελευθερωτικής προοπτικής των εργαζόμενων, της χειραφέτησης τους από τα δεσμά τους κέρδους, της εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Συμβάλλοντας σε μία ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά της σκέψης και της δράσης. Συμβάλλοντας σε ένα νέο εργατικό κίνημα που θα αμφισβητεί και θα αντιπαλεύει τα όσια και ιερά της οικονομίας της Αγοράς: το κέρδος, την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση, τον ανταγωνισμό. που θα παλεύει ενάντια στην ΕΕ-ΟΝΕ-ΕΥΡΩ-ΝΕΑ ΤΑΞΗ. Που θα είναι αμεσοδημοκρατικό και θα στηρίζεται στους ίδιους τους εργαζόμενους, τους αγωνιστές της βάσης.

Πέρα από τους μύθους της ειδίκευσης

(ομιλία στην εκδήλωση της Συσπείρωσης για μια αριστερή παρέμβαση στο Οικονομικό, 4/11/2004)

Παναγιώτης Σωτήρης

Μιλώντας για το θέμα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και πιο ειδικά του ερωτήματος των προγραμμάτων σπουδών, των κατευθύνσεων και της ειδίκευσης θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής ορισμένα ζητήματα, πιο σωστά να μπορέσουμε να αντικρούσουμε ορισμένους μύθους που υπάρχουν γύρω από τις πανεπιστημιακές σπουδές:

Μύθος πρώτος: στο πανεπιστήμιο διδάσκονται ή παράγονται αποκλειστικά εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις

Στην πραγματικότητα στα Πανεπιστήμια προσφέρονται (και αντίστοιχα παράγονται ως έρευνα) συγκεκριμένες και ιστορικά προσδιορισμένες κοινωνικές κατασκευές πάνω σε συγκεκριμένα αντικείμενα. Μπορεί να επενδύονται την εικόνα της αντικειμενικότητας ή της επιστημονικότητας, δεν παύουν όμως να καθορίζονται από ταξικές ιδεολογίες, κοινωνικά συμφέροντα, πολιτικές στρατηγικές. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρούνται ως ουδέτερες και αντικειμενικές. Αυτό που ορίζεται ως επιστημονική γνώση δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έξω και πέρα από το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιέται, έξω και πέρα π.χ. από την τρέχουσα αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής· διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες και συμφέροντα, διαφορετικοί όροι κοινωνικής οργάνωσης, ένας άλλος τρόπος παραγωγής θα έδινε και ένα διαφορετικό περιεχόμενο στην ίδια την έννοια της επιστημονικής γνώσης. Και εάν στις «φυσικές επιστήμες» μπορούμε ίσως να διακρίνουμε και ένα στοιχείο κατά τάση αντικειμενικής γνώσης, στις κοινωνικές επιστήμες αυτή η ριζική μη ουδετερότητα είναι ακόμη πιο έντονη: το εάν θεωρούμε ότι υπάρχει εκμετάλλευση και βίαιη απόσπαση κοινωνικού πλούτου, ή εάν υπάρχει βελτιστοποίηση ατομικού οφέλους ορίζει ένα τεράστιο, ασύμμετρο και αξεπέραστο χάσμα ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές θεωρήσεις της ίδιας της επιστημονικής γνώσης, αντίστοιχο με τη σύγκρουση ανάμεσα ηλιοκεντρικές και γεωκεντρικές θεωρήσεις του ηλιακού συστήματος!

Μύθος δεύτερος: οι επιστημονικές ειδικεύσεις προέρχονται από τις αντικειμενικές απαιτήσεις της επιστημονικής γνώσης

Το τι ορίζει τα όρια της «οικονομίας» ως επιστήμης, π.χ. σε σχέση με την «κοινωνιολογία» ως επιστήμη, ή την «διοίκηση των επιχειρήσεων» ή την «πολιτική επιστήμη» δεν είναι ούτε αντικειμενικά, ούτε προέρχονται από τα ίδια τα αντικείμενά τους: καθορίζονται ιστορικά μέσα σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τις απαιτήσεις της αναπαραγωγής του και από τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται και διαμορφώνονται ταξικές ιδεολογίες. Όπως ακριβώς συνολικά ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας δεν είναι ουδέτερος, αλλά καθορίζεται από τις απαιτήσεις ελέγχου και εξουσίας πάνω στην παραγωγή κυρίως (και δευτερευόντως από τεχνικού τύπου απαιτήσεις), έτσι ακριβώς και ο ακαδημαϊκός καταμερισμός αφορά μια συγκεκριμένη, ιστορική και καθόλου υποχρεωτική πορεία διαμόρφωσης των επιστημών, πιο σωστά των κοινωνικών πρακτικών και κατασκευών που σχετίζονται με την έννοια της επιστήμης.

Μύθος τρίτος: οι γνώσεις που προσφέρονται στο Πανεπιστήμιο έχουν άμεση εφαρμογή στην αγορά εργασίας

Σε μεγάλο βαθμό, και παρ’ όλη την έμφαση το τελευταίο διάστημα στην «σύνδεση με την παραγωγή» το Πανεπιστήμιο, ως εκπαιδευτικός μηχανισμός δεν παύει να είναι δομικά διαχωρισμένο από την παραγωγή, με τον τρόπο που είναι το σύνολο των εκπαιδευτικών μηχανισμών, από τον καιρό που εγκαταλείφθηκε η μαθητεία ως τρόπος εκπαίδευσης. Αυτό που προσφέρεται ως εκπαίδευση εντός του Πανεπιστημίου είναι επομένως ένας συνδυασμός βασικών γνώσεων και –πολύ περισσότερων– στοιχείων ιδεολογίας που γενικά προετοιμάζουν τον απόφοιτο όχι ως αυριανό εργαζόμενο, αλλά περισσότερο ως αυριανό απόφοιτο. Οποιαδήποτε προσπάθεια να αυξηθούν υπέρμετρα όλες οι γνώσεις άμεσης πρακτικής εφαρμογής αντικειμενικά θα αναιρούσε και το όποιο θεωρητικό υπόβαθρο του αποφοίτου, αλλά και την ίδια την ιδεολογική διαμόρφωση της διανοητικής εργασίας.

Μύθος τέταρτος: η ανεργία, η υποαπασχόληση και η ετεροαπασχόληση των πτυχιούχων έχουν σχέση με την χαμηλή ποιότητα των αποφοίτων

Στην πραγματικότητα η ανεργία των πτυχιούχων ή τα προβλήματα που σχετίζονται με την απορρόφησή τους στην αγορά εργασίας σχετίζονται πολύ περισσότερο με τις βασικές κατευθύνσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τη φάση της οικονομικής συγκυρίας και πολύ λιγότερο με την ποιότητα των πτυχιούχων: εάν οι θέσεις που είναι διαθέσιμες είναι λίγες είναι προφανές ότι ακόμη και τα καλύτερα βιογραφικά θα αποτύχουν να βρουν δουλειά: Η κατάρρευση, για παράδειγμα, του χρηματιστηριακού «λαϊκού καπιταλισμού» μετά το 2001 οδήγησε σε μια πραγματική μείωση της απασχόλησης οικονομολόγων σε χρηματιστηριακές εταιρίες, dealing rooms, ΑΕΛΔΕ –καμιά σχέση δεν είχαν αυτά με την ποιότητα των πτυχίων τους. Η μηδενική ανεργία πολλών ειδικοτήτων μηχανικών στην Ελλάδα την περίοδο 2000-2004 (σε αντίθεση με σημαντικά ποσοστά ανεργίας στην αρχή της δεκαετίας του 1990) δεν έχει σχέση με την αύξηση της ποιότητάς τους, αλλά με τη μεγάλη ζήτηση για μηχανικούς λόγω της άνθησης του κατασκευαστικού κλάδου.

Μύθος πέμπτος: καλύτερη ποιότητα σπουδών σημαίνει και απαραίτητα καλύτερη επαγγελματική απορρόφηση

Στην πραγματικότητα αυτό που ζητά η αγορά εργασίας μικρή σχέση έχει με αυτό που θα λέγαμε «ακαδημαϊκή αριστεία», αντίθετα πολύ συχνά εκτιμά άλλα στοιχεία: προσαρμοστικότητα στις απαιτήσεις του εργοδότη, κοινωνικές δεξιότητες, προκαταβολικές εγγυήσεις ότι ο υποψήφιος εργαζόμενος θα είναι πιστός στην επιχείρηση (εξ ου και το υπερβολικά υψηλό ποσοστό εξεύρεσης εργασίας μέσω γνωριμιών, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες). Ακόμη και τμήματα που προβάλλονται γενικά ως έχοντα καλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας στην πραγματικότητα αυτό δεν αφορά τόσο αντικειμενικές γνώσεις, όσο την όλη ατμόσφαιρα (δηλαδή το ιδεολογικό κλίμα που τα συνοδεύει): αυτό αφορά και αρκετά ξένα πανεπιστήμια (π.χ. τα Ivy League πανεπιστήμια στις ΗΠΑ δεν είναι απαραίτητα ακαδημαϊκά καλύτερα από αρκετά άλλα, είναι όμως εκείνα στα οποία κατεξοχήν αναπαράγεται ένα κλίμα παραγωγής «μελλοντικών ηγετών» στην παραγωγή και την πολιτική), αλλά και ελληνικά: (στην πραγματικότητα π.χ. το Οικονομικό Πανεπιστήμιο ή το Πανεπιστήμιο Πειραιώς δεν προβάλλουν και την –καθόλου δεδομένη– ακαδημαϊκή ποιότητά τους, αλλά τον προκλητικό ιδεολογικό συντηρητισμό τους, τη λογοκρισία απέναντι σε πιο ριζοσπαστικές απόψεις, την νεοκλασική μονοτονία τους, το κλίμα πειθάρχησης και εντατικοποίησης).

Μύθος έκτος: οι ειδικεύσεις ή οι κατευθύνσεις αφορούν απαιτήσεις της αγοράς εργασίας

Στην πραγματικότητα όλη η ιστορία με τις ειδικεύσεις δεν έχει τόσο σχέση με την πραγματικότητα της αγοράς εργασίας –ότι δηλαδή αυτή ζητάει πιο «εξειδικευμένους» αποφοίτους, αλλά πολύ περισσότερο με μια προσπάθεια να χειριστούν τις ροές των αποφοίτων, να κατακερματίζουν τη ζήτηση σε συγκεκριμένες ειδικότητες, να δημιουργούν αυταπάτες περί της εύρεσης απασχόλησης, ακόμη και όταν οι πραγματικές «ποσοτικές αλλαγές» ως προς το πρόγραμμα σπουδών είναι μικρές.

Σε αρκετές περιπτώσεις μεγάλο μέρος των προτεινόμενων όλα αυτά τα χρόνια εξειδικεύσεων και κατατμήσεων έχει και σχέση με καθαρά ενδοακαδημαϊκά κριτήρια και προτεραιότητες. Για το ίδιο το καθηγητικό κατεστημένο των ΑΕΙ περισσότερα τμήματα, περισσότερες κατευθύνσεις και κατατμήσεις σημαίνουν περισσότερες δυνατότητες κατοχύρωσης μικροεξουσίας, περισσότερες δυνατότητες για προγράμματα και χρηματοδοτήσεις, για άνοιγμα νέων θέσεων ΔΕΠ.

Μύθος έβδομος: περισσότερες, ειδικεύσεις, κατευθύνσεις, νέα τμήματα σημαίνουν καλύτερη εύρεση εργασίας

Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο έχουμε να αντιμετωπίσουμε στο τοπίο του ελληνικού πανεπιστημίου είναι μια εκτεταμένη προσπάθεια να δημιουργηθούν τμήματα με ελάχιστα ή και ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα. Μια ματιά στον κατάλογο του μηχανογραφικού των υποψηφίων για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση θα δείξει μια ατέλειωτη παρέλαση από τμήματα με φαινομενικά εντυπωσιακούς εξειδικευμένους «επιστημονικούς» τίτλους και στην πραγματικότητα μηδενικά εργασιακά δικαιώματα. Ο λόγος βρίσκεται σε μια αλλαγή στρατηγικής από τη δεκαετία του 1990: ύστερα από την αποτυχία του εκπαιδευτικού προγραμματισμού των δεκαετιών 1960-1970 με τους αλγόριθμους υπολογισμού των ροών αποφοίτων ανά ειδικότητα και απέναντι στους κινδύνους μιας νεοσυντηρητικής λογικής κλειστού πανεπιστήμιου – ελίτ με ελάχιστους εισακτέους, προκρίθηκε μια διπλή κίνηση: μαζικοποίηση του πανεπιστήμιου, πολιτική ανοικτών θυρών και ταυτόχρονα αποσάθρωση – διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων. Άλλωστε, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι σε μεγάλο βαθμό πολύ μικρό μέρος των πραγματικών γνώσεών του θα χρησιμοποιήσει ένας απόφοιτος μέσα στην παραγωγή, πολλά πράγματα θα τα μάθει πάνω στην ίδια την δουλειά και αρκετά πράγματα που έμαθε θα αποδειχτούν άχρηστα.

Μύθος όγδοος: μικρότερο εύρος εργασιακών δικαιωμάτων σημαίνει περισσότερες πιθανότητες εύρεσης εργασίας

Εδώ χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε κάτι σε σχέση με τα εργασιακά δικαιώματα: Τα εργασιακά δικαιώματα ορίζουν με τυπικά δικαιώματα ως προς το που μπορεί να εργαστεί κανείς κάπου (το αν θα συμβεί έχει σχέση με ευρύτερες εξελίξεις), αλλά και πραγματικές απαγορεύσεις ως προς το που δεν μπορεί να δουλέψει. Είναι σαφές ότι πιο εξειδικευμένα πτυχία σημαίνουν λιγότερα εργασιακά δικαιώματα, απλούστατα επειδή θα αυξήσουν τις επαγγελματικές απαγορεύσεις. Και εδώ πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε λίγο παραπάνω γιατί έχουμε επικίνδυνες εξελίξεις. Μέχρι το 2000 περίπου ο μηχανισμός με τον οποίο ορίζονται τα τυπικά εργασιακά δικαιώματα των πτυχιούχων (δηλαδή οι ορισμοί των ειδικοτήτων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης στο δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, τα «ΠΕ» και οι κανόνες έκδοσης άδειας ασκήσεως επαγγέλματος από Υπουργεία και Επιμελητήρια) έτειναν να ενσωματώνουν ακόμη και πιο νέα ή εξειδικευμένα πτυχία σε προηγούμενες ευρύτερες ειδικότητες. Τα τελευταία χρόνια έχουμε το φαινόμενο τμημάτων που μένουν «εκτός νυμφώνος»: το τμήμα Φιλοσοφίας της Πάτρας έμεινε εκτός του δικαιώματος συμμετοχής στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ (δεν εντάχθηκε στο ΠΕ2) ενώ το ΤΕΕ αρνείται την ένταξη του ΤΕΜΦΕ σε κατηγορία μηχανικών. Πιστεύουμε ότι τέτοιες επιλογές θα επεκταθούν τα επόμενα χρόνια. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι σε μεγάλο βαθμό η επέκταση μηχανισμών υπερειδίκευσης των πτυχίων οδηγούν τελικά στο ακριβώς αντίθετο: σε μια πραγματική αποειδίκευση των πτυχιούχων, σε πτυχιούχους που δεν θα έχουν εργασιακά δικαιώματα, αλλά εν τέλει μια απλή βεβαίωση ότι έχουν επιστημονική μόρφωση.

Αυτό σχετίζεται και με μια άλλη αντίφαση η οποία υπάρχει: τον πραγματικό κίνδυνο η ειδίκευση που θα πάρει να αποδειχτεί «μιας χρήσης». Γιατί υπάρχει μια κάπως εγγενής αντίφαση στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής παραγωγής: η αντίφαση ανάμεσα σε ειδίκευση και κινητικότητα. Οι απαιτήσεις του συλλογικού κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος είναι να υπάρχει κινητικότητα της εργασίας και να μπορούν οι εργαζόμενοι να αλλάζουν εύκολα και γρήγορα εργασιακή θέση και ειδικότητα. Το συμφέρον του κάθε μεμονωμένου κεφαλαιοκράτη είναι η ειδίκευση, να του έρχονται εργαζόμενοι προσαρμοσμένοι στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του. Η λογική της συνεχούς επανακατάρτισης και επανειδίκευσης, αυτό που συνήθως παρουσιάζεται ως η λογική της δια βίου εκπαίδευσης αντιστοιχούν στην προσπάθεια χειρισμού αυτής της αντίφασης και παίρνουν δύο μορφές: Η μία είναι αυτή που βλέπει προπτυχιακές σπουδές χωρίς πολλά εργασιακά δικαιώματα, απλώς μια «μορφωτική» βάση για πολλαπλές επανειδικεύσεις. Η άλλη είναι αυτή που λέει υπερεξειδικευμένα τμήματα, με γρήγορα απαξιώσιμα εργασιακά δικαιώματα, που επίσης θα οδηγούν σε επάλληλους κύκλους επανειδικεύσεων. Και στις δύο περιπτώσεις το κομβικό είναι να εγγραφεί εγκαίρως στον μελλοντικό εργαζόμενο η συνείδηση της διαρκούς προσωρινότητας και η συμπίεση και αναίρεση των όποιων προσδοκιών μπορεί να είχε γύρω από την κατοχή πανεπιστημιακού πτυχίου.

Ποια μπορεί να είναι τώρα αυτή μια διαφορετική λογική απέναντι σε αυτούς τους μύθους:

Μια διαφορετική τοποθέτηση πάνω στην κατεύθυνση που πρέπει να πάρει το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται να ριζικά διαφορετικές αφετηρίες:

α. Μια συνολική κριτική και αμφισβήτηση των ίδιων των όρων αναπαραγωγής και του κοινωνικού και του ακαδημαϊκού καταμερισμού εργασίας. Αυτό είναι μια κρίσιμη ιδεολογική και μεθοδολογική οριοθέτηση, έστω και εάν όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι το να μπορέσει να μετασχηματιστεί από κριτική τοποθέτηση σε υλική δυναμική προϋποθέτει συνολικότερες διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού. Παρ’ όλα αυτά μια αντικαπιταλιστική κριτική στον πανεπιστημιακό μηχανισμό δεν μπορεί παρά να έχει και τέτοιες αφετηρίες. Αντίθετα, υπήρξε βασικός δείκτης μετάλλαξης και ηγεμόνευσης από την αστική ιδεολογία το γεγονός ότι η επίσημη αριστερά στον τόπο μας μηρύκαζε και εν πολλοίς μηρυκάζει ακόμη το μονότονο τροπάρι της «ειδίκευσης» και της επιστημονικοτεχνικής ανάπτυξης. Αυτή η γενική θέση μεταφράζεται σήμερα στην ανάγκη να αρνηθούμε οποιοδήποτε βήμα προς τον παραπέρα κατακερματισμό γνωστικών αντικειμένων και επαγγελματικών ειδικοτήτων, κάθε βήμα προς την αποσύνδεση αντικειμένων που σχετίζονται άμεσα, κάθε βήμα προς την ηγεμονία της αποσπασματικότητας, της θετικιστικής εμμονής στο επιμέρους, του εμπειρισμού. Σημαίνει επίσης απαίτηση: να προσφέρονται όλες οι βασικές επιστημονικές σχολές, ειδικά στις κοινωνικές επιστήμες, να προσφέρονται αναγκαία μαθήματα ευρύτερης μόρφωσης ή μεθοδολογίας, να δίνεται έμφαση στην ιστορική και κριτική προσέγγιση. Και αυτό σημαίνει να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους: ένα μάθημα ιστορίας των οικονομικών θεωριών είναι πολύ πιο χρήσιμο για την αυτοσυνείδηση ενός οικονομολόγου από ένα μάθημα παρουσίασης –κατά τεκμήριο αποτυχημένων και θεωρητικά αθεμελίωτων–μαθηματικών μοντέλων πρόγνωσης χρηματιστηριακών τάσεων.

Αυτή η τοποθέτηση δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί μόνο με όρους θεωρητικής ή ιδεολογικής κριτικής: Είναι, κατά τη γνώμη μας, και ένας τρόπος για να βγουν οι απόφοιτοι στην αγορά εργασίας με καλύτερους όρους. Η πιο συνολική αντίληψη του αντικειμένου, η κριτική αυτοσυνείδηση θα τον βοηθήσουν να έχει καλύτερη επίγνωση του αντικειμένου του, των αντιθέσεων που διαπερνούν το χώρο όπου εργάζεται, των συγκρούσεων που θα κληθεί να δώσει.

β. Μια έμφαση στην ανάγκη υπεράσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων και της διατήρησης πτυχίων με ένα σημαντικό εύρος τυπικών εργασιακών δικαιωμάτων και κατά συνέπεια η άρνηση τυπικών μορφών που τα υπονομεύουν είτε με τη μορφή νέων ειδικεύσεων και κατευθύνσεων, είτε με τη μορφή των κατατμήσεων, είτε με τη μορφή της ίδρυσης νέων τμημάτων με εξειδικευμένο περιεχόμενο.

Μια τέτοια θέση έρχεται σε ρήξη με μια κριτική που ασκείται και από τα αριστερά στον επαγγελματισμό και υποστηρίζει ότι αριστερή θέση είναι η γενική απαίτηση ανάπτυξης της μόρφωσης. Αυτή η θέση παραβλέπει τη σημασία των εργασιακών δικαιωμάτων, παραβλέπει τη σημασία που έχει η κατοχύρωση επαγγελματικά των αποφοίτων και αποπνέει έντονη αίσθηση ακαδημαϊκού εγκλεισμού. Η αγορά εργασίας δεν ταυτίζεται με τα θέματα των επιστημονικών συνεδρίων.

Η υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων είναι μια θέση «χωρίς αυταπάτες». Δεν σημαίνει ότι οι απόφοιτοι με τα ενιαία πτυχία και τα ενιαία εργασιακά δικαιώματα θα βρουν πιο εύκολα δουλειά. Σημαίνει, όμως, ότι αντιμετωπίζουν την βαρβαρότητα και τη βία της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας με καλύτερη βάση και καλύτερες αφετηρίες. Άλλωστε, σήμερα είναι σε εξέλιξη μια πραγματική εκστρατεία ενάντια στις συλλογικές προσδοκίες και απαιτήσεις που συμπύκνωναν τα εργασιακά δικαιώματα, που συνδέεται και με την ευρύτερη προσπάθεια να εγγραφεί μια λογική μειωμένων προσδοκιών σε σχέση με την εργασία.

γ. Μια διαφορετική αντίληψη για τα προγράμματα και την οργάνωση των σπουδών: Εάν γυρίσουμε την πλάτη σε μια ποσοτική, εντατικοποιημένη και εξειδικευμένη αντίληψη της γνώσης τότε μπορούμε να ορίσουμε άλλες προτεραιότητες: έμφαση στον ενιαίο χαρακτήρα, ισότιμη προσφορά μαθημάτων γενικής υποδομής και εξειδίκευσης, πολλαπλές επιλογές και συνδυασμοί που όμως δεν πρέπει να οδηγούν σε κατευθύνσεις, ενσωμάτωση μαθημάτων αναγκαίων για συγκεκριμένες επαγγελματικές προοπτικές (π.χ. παιδαγωγικά όπου χρειάζονται).

Είναι λανθασμένη μια λογική που θεωρεί ότι η αναγκαία ανάπτυξη νέων επιστημονικών και ερευνητικών κατευθύνσεων σημαίνει αναγκαστικά και διαμόρφωση κατευθύνσεων, χωριστών τμημάτων, πτυχίων κ.λπ. Μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί η ανάπτυξή τους (και η διδασκαλία τους μέσα σε μια αντίληψη πολλαπλών επιλογών) και η διατήρηση ενιαίου χαρακτήρα του πτυχίου.

Μπορούμε επίσης να δούμε μαθήματα που πρέπει να διδάσκονται, αλλά όχι απαραίτητα να εξετάζονται (τι μας νοιάζει περισσότερο να περάσει κανείς εξετάσεις μαθηματικών ή να δείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει εντός του αντικειμένου του τα μαθηματικά), συνεξέταση μαθημάτων με απαλλακτικές εργασίες, απόπειρες σύνδεσης όχι με την «παραγωγή» αλλά με τα κινήματα στην παραγωγή (η συνάντηση με ένα συνδικάτο και τις εμπειρίες του μπορεί να είναι πολύ πιο αποδοτική από ό,τι ένα εξάμηνο μάθημα «διοίκησης επιχειρήσεων»)

Όλα αυτά δεν μπορούν να είναι υπόθεση μόνο ευχολογίων, αλλά πραγματικής προσπάθειας ενός ριζοσπαστικού κινήματος μέσα στα πανεπιστήμια. Αυτό, όμως, είναι μια άλλη συζήτηση…

ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ για μια ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ στο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ – Ε.Α.Α.Κ..

ΟΧΙ στα Ιδιωτικα Πανεπιστημια

Τις τελευταιες ημερες, πολλες ειναι οι εξελιξεις στην πολιτικη ζωη της χωρας.Μεσα στον προεκλογικο πυρετο οι υποψήφιοι ανταγωνιζώνται σκληρά ο ενας τον αλλον, ποιος θα κανει την καλύτερη προσφορα.Αυτες οι εκλογες ώμος κάτι καινουργιο. Στον χωρο της τριτοβαθμιας εκπαίδευσης τα δυο μεγάλα κόμματα συναγώνιζωνται, για το ποιος θα μας τάξει το χειροτερο μελλον.

Αλλα ας γινουμε λιγο πιο συγκεκριμενοι:Πριν απο λιγες ημέρες, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωνε οτι τάσσεται και αυτός υπερ της ιδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημιων, μια πάγια θεση της ΝΔ και της ΔΑΠ, την οποία μεχρι προσφατα «αντιπαλευαν» το ΠΑΣΟΚ αλλα και οι συναδελφοι της ΠΑΣΠ. (Παντως εμεις ποτε δεν τους πιστεψαμε, παρα το προσωπείο που φορουσαν στις γενικες συνελευσεις)

Εν συντομια λοιπον, τα δυο μεγάλα κόμματα και οι φοιτητικες τους παραταξεις τάσσονται υπερ της ίδρυσης ιδιωτίκων πανεπιστημίων.

Ειναι απαράδεκτο! Αυτη είναι η μοναδικη δυνατη απάντηση που πρεπει να τους δωσουμε.Αλλα, ας αναλυσουμε λιγο περισσοτερο το θεμα.

Η ιδρυση ιδιωτικων πανεπιστήμιων, καταργει την Δημόσια Δωρεάν Παιδεία ενα κεκτημένο πολλων αγωνων.Μακροχρονιοί και σκληροι αγώνες κατέστησαν την υπαρξη της δημοσιας δωρέαν παιδείας κατί αυτονόητο.Οι αγωνες αυτοι δεν εγιναν τυχαια αλλα εγιναν γιατι ηταν αναγκαίο και απαραίτητο να γίνουν.Αυτο γιατί η παιδεία ειναι ενα δημοσιο αγαθο.Ενα αγαθό στο οποιο ολοι πρεπει να εχουν προσβαση ανεξαρτητως τις οικονομικης τους τάξης.Η γνώση δεν είναι και δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόρευμα στο οποιό θα εχουν προσβαση μονο οι λίγοι και εκλέκτοι με μεγαλο πορτοφόλι.Επισης η γνώση δεν μπορει να αντιμετώπιζεται ως ενα ακόμα εμπόρευμα το οποιο αφήνει κερδη σε αυτους που το εμπορευονται. Οι λογοι που καθιστουν την Δημόσια Δωρεάν Παιδεία απαραιτητη δεν ειναι μονο κοινωνικοι, οι ηθικοι, ειναι και οικονομικοι. Η παιδεία δημιουργεί θετικές εξωτερικές οικονομίες,δηλαδη περα απο το ώφελος που αντλει το ιδιο το ατομο απο την αποκτηση της, ωφελειται και το σύνολο της κοινωνίας.Το γεγονος αυτο δυσχερενει στην πράξη την κοστολόγηση της και την διαθεση αυτης μεσω του μηχανισμου της αγορας.Αυτα αφορούν την δημόσια δωρεάν παιδεία.Τι συμβαίνει ώμος με τα ιδιώτικα πανεπιστημια;

Η επιβολη διδακτρων-μικρων η συμβολικων στην αρχη αλλα μεγαλυτερων στην συνεχεια , ας δουμε τι γινεται σημερα στην αγγλια- , δεν ειναι το μοναδικο αρνητικο(αν και ισως ειναι το κυριαρχο) που θα φερουν τα ιδιωτικα πανεπιστημια. Ενα αλλο μεγαλο ζητημα είναι και οι γνώσεις που θα προσφερουν, οι οποιες θα ειναι απολυτα προσαρμοσμενες στα συμφεροντα του ιδιοκτητη του ιδοτικου πανεπιστημιου αλλα και η παντελης ανυπαρξια δημοκρατικων δικαιωμάτων για τους φοιτητες.Τα ιδιωτικα πανεπιστημια θα παραγουν τους ιδανικους εργαζομενους για τους εργοδοτες.Υπακουούς και πειθαρχημένους, με γνώσεις ειδικευμενες στα μετρα τους και μικρες μισθολογικες απαιτησεις.

Το γεγονος που ανοιγει τωρα η κουβεντα για την δημιουργια ιδιωτικων πανεπιστημιων.

δεν ειναι καθολου τυχαιο,αλλα ουτε και ασχετο με τις υπολοιπες εξελίξεις στον χώρο της παιδείας.

Συγκεκριμένα το νομοσχέδιο για την αξιολόγηση προσπαθει να ιδιωτικοποιησεί την δημόσια δωρεάν παιδεία. Eντατικοποιόντας τις σπουδες και αξιολογόντας τις σχολες σε καλες και κακες συμφωνα με τα κριτηρια του κεφαλαιου και των εργοδοτων τα οποιοα ειναι πολυ διαφορετικα απο αυτα των φοιτητων και των αυριανων εργαζόμενων.Τα ΚΕΣ(Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών) ειναι ενα ακομα βημα προς την ιδια κατευθυνση.Ειναι τυχαιο που η κουβεντα για την αναγνώριση των «διπλώματων» τους αρχισε και αυτη πριν λιγο καιρο;Η αναγνώριση των ΚΕΣ, το νομοσχέδιο για την αξιολόγηση, τα ιδιωτικα πανεπιστημια το νομοσχεδιο για την αξιολογηση, ολα κινουνται προς την ιδια καταυθηνση.Να ικανοποιησουν τις αναγκες τις αγορας, τις αναγκες των εργοδοτων. Τι γινεται ώμος με τις δικες μας ανάγκες;

Σε ολα αυτα, η απαντηση μας πρεπει να ειναι δυναμικη. Τα ΚΕΣ πρεπει να καταργηθουν, το νομοσχεδιο για την αξιολογηση δεν πρεπει να περασει, τα ιδιωτικα πανεπιστημια δεν πρεπι να ιδρυθουν ποτε. .Πρέπει να δημηουργηθουν νεα πανεπιστημιακα τμήματα που να είναι σχεδίασμενα στις ανάγκες και τις απαιτησεις του σημερινού φοιτητή και του αυριανού εργαζόμενου.Πρεπει να δοθουν μεγαλυτερα κονδύλια στην παιδεία.Γιατι οι ανάγκες δεν είναι εμπορέυματα. Γιατι στις ανάγκες μας δεν χωράνε ποσοστά κέρδους. Γιατι εγιναν μεγάλοι αγώνες για την διασφάλιση της δημόσιας και δωρεάν παιδειας.Γιατι η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση ειναι μια αυτονόητη ανάγκη μας…

ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ για μια ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ – Ε.Α.Α.Κ.

Εισήγηση του Γ. Μηλιού, καθηγητή του Ε.Μ.Π. για την αξιολόγηση *

Η αξιολόγηση αποτελεί διαδικασία επιλογής η οποία συνδέεται με την εκπαιδευτική διαδικασία γενικά. Είναι η πιο σημαντική διαδικασία επιλογής τόσο από την άποψη των αριθμών, όσο και από την άποψη των κοινωνικών συνεπειών της, παρότι δεν έχει ένα χαρακτήρα ηχηρό και πανηγυρικό, όπως έχουν για παράδειγμα οι πανελλήνιες εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Αυτό μπορούμε πάρα πολύ εύκολα να το διαπιστώσουμε με βάση τους αριθμούς. Αν δούμε τι ποσοστό από τα παιδιά μιας γενιάς καταλήγει να τελειώσει το λύκειο, θα δούμε ότι αυτό το ποσοστό είναι λιγότερο από το μισό. Δηλαδή, η υποχρεωτική βαθμίδα της εκπαίδευσης, χωρίζει κάθε γενιά στη μέση , κόβει κάθε γενιά στη μέση :

σ’ αυτούς οι οποίοι τελειώνουν το λύκειο και από κει και πέρα μπαίνουν ενδεχόμενα στις διαδικασίες επιλογής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση

και σε αυτούς οι οποίοι το πολύ έχουν το απολυτήριο του γυμνασίου.

Θα σας πω ένα χαρακτηριστικό νούμερο. Είναι μάλλον από την τελευταία χρονιά που ισχύει στην καθαρή του μορφή το παλιό σύστημα. Το 1970 γεννιούνται περισσότερες από 144.000 παιδιά. Αυτός είναι περίπου και ο αριθμός των παιδιών που επισκέπτονται πέντε ή έξι χρόνια αργότερα την 1η δημοτικού. Το 1988 έχουμε 68.800 αποφοίτους του λυκείου. Είναι ένα ποσοστό 48%, και μάλιστα ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αποφοίτων λυκείου της μεταπολεμικής περιόδου. Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι μισοί (και λιγότεροι από τους μισούς) είναι αυτοί οι οποίοι περνάνε το φραγμό του υποχρεωτικού σχολείου σε βαθμό που να τελειώσουν και τη λυκειακή εκπαίδευση.

Επομένως, το επιχείρημα, που υποστηρίζεται συχνά, ότι με τη μη ύπαρξη βαθμών δεν ελάμβανε χώρα επιλογή, δεν είναι καθόλου σωστό.

Θα έλεγα ότι θα πρέπει να σταθούμε σ’ αυτό το σημείο, πολύ περισσότερο, γιατί θεωρώ ότι η διάκριση σε αυτά τα δύο υποσύνολα, δηλαδή στους αποφοίτους του γυμνασίου, και σε αυτούς που περνάνε μετά στη δευτεροβάθμια λυκειακή και τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι έργο επιλογής που επιτελεί η υποχρεωτική εκπαίδευση, έργο σημαντικό μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής λειτουργίας της εκπαίδευσης.

Να μου επιτρέψετε, λοιπόν, σε αυτό το σημείο μία παρέκβαση θεωρητικού χαρακτήρα πάνω στο ζήτημα αυτό.

Η βασική θέση που θέλω να υποστηρίξω είναι ότι, η διάκριση, η επιλογή, την οποία γενικά επιτελεί η εκπαίδευση, δεν έχει να κάνει τόσο με τη διαδικασία της μάθησης ή με τη γνώση, αλλά έχει να κάνει περισσότερο με τη δομή της κοινωνίας και τις ιεραρχίες τις οποίες συνεχώς αναπαράγει το κοινωνικό σύστημα που ζούμε, ο καπιταλισμός.

Μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα προωθείται και συντηρείται η πόλωση ανάμεσα στις εργαζόμενες τάξεις και στις τάξεις οι οποίες επιτελούν λειτουργίες εξουσίας (με την πολύ γενική έννοια του όρου), δηλαδή λειτουργίες διεύθυνσης ή μεταφοράς προς τα κάτω διευθυντικών αποφάσεων ή επιτήρησης μέσα στην παραγωγική διαδικασία , ή λειτουργίες σχετιζόμενες με την ίδια την άσκηση της διοίκησης, επομένως την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Αυτή λοιπόν η διάκριση είναι ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος και επικαλύπτεται σε μεγάλο βαθμό με τη διάκριση ανάμεσα στα δύο αυτά μορφωτικά υποσύνολα. Με τη διάκριση που συχνά ονομάζεται διάκριση ανάμεσα στην πνευματική και στη χειρωνακτική εργασία.

Πρόκειται για μία διάκριση εξουσίας τελικά και αυτή τη διάκριση καλείται να εξυπηρετήσει ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, επιτελώντας την με όρους αδιαφανείς και καθόλου πανηγυρικούς, όταν χωρίζει τους νέους σε αυτά τα δύο μορφωτικά υποσύνολα.

Αυτό είναι μια πρώτη προϋπόθεση για την ταξική ένταξη. Με ποιά έννοια;

Ότι, κατά κανόνα, στην κοινωνική ιεραρχία που υπάρχει ο απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιτελεί κάποιες λειτουργίες ιεραρχικά <<ανώτερες>>, διευθύνουσες ή επιστημονικές, αλλά και στην επιστήμη υπάρχει το στοιχείο της πολιτικής και της ιεραρχίας, δεν είναι μια καθαρή επιστήμη.

Ο απόφοιτος πάλι της λυκειακής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης βρίσκεται σε αυτή την ιεραρχία, κατά κανόνα ,αρκετά παρακάτω. Τέλος οι απόφοιτοι της υποχρεωτικής εκπαίδευσης , το μεγάλο αυτό υποσύνολο του 50-52% , είναι κατεξοχήν φορείς της χειρωνακτικής εργασίας.

Επομένως, μπορούμε να δούμε ότι σε ότι αφορά αυτή τη βασική θεμελιώδη διάκριση χειρωνακτικής – πνευματικής εργασίας και σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις από κει και πέρα για τις επιμέρους επαγγελματικές κατηγορίες (ή αν θέλετε ιεραρχικές θέσεις) και σε ότι αφορά ακόμα και την απόκρυψη αυτών των στοιχείων (με την έννοια ότι οι κοινωνικές ιεραρχίες εμφανίζονται ως οιονεί αποτέλεσμα μιας αξιοκρατικής επιλογής που γίνεται στο σχολείο) , ρόλος του εκπαιδευτικού μηχανισμού είναι καθοριστικός στη νομιμοποίηση των παραπάνω στοιχείων.

Επομένως, ο εκπαιδευτικός μηχανισμός παρότι δεν δημιουργεί την ταξική διαίρεση έρχεται να την υπηρετήσει. Παρότι, δηλαδή προϋπάρχουν κατά κάποιο τρόπο οι λειτουργίες μέσα στο εργοστάσιο του γενικού διευθυντή, του μηχανικού, του τεχνολόγου, του εργοδηγού, του εργάτη, αυτή τη διάκριση, αυτή την ιεραρχία (που είναι τελικά μια ιεραρχία εξουσίας και όχι μια τεχνική ιεραρχία) έρχεται να υπηρετήσει η εκπαίδευση, καθώς παρέχει ένα εργατικό δυναμικό ιεραρχημένο ήδη στην αγορά εργασίας, ανάλογα με τις ανάγκες αυτού του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας.

Επομένως, η διαδικασία επιλογής στην εκπαίδευση δεν είναι τόσο ουδέτερη και τεχνική όπως συνήθως παρουσιάζεται. Είναι άμεσα επηρεαζόμενη από την ίδια τη δομή του κοινωνικού συστήματος και πολύ περισσότερο είναι λάθος να νομίζουμε ότι για κάποια περίοδο ( όταν είχε καταργηθεί η βαθμολογική αξιολόγηση ) αυτή η διαδικασία επιλογής έπαψε να υπάρχει. Αυτό το πράγμα διαψεύδεται όπως είδαμε από την πολύ χοντρική επισκόπηση των στατιστικών στοιχείων.

Μια δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων ,υπέρ των βαθμών, λέει ότι οι βαθμοί είναι μία μέθοδος για την επιβολή της γνώσης. Ακόμα δηλαδή κι αν δεχτούμε ότι ο καταμερισμός γίνεται από το σχολείο έτσι ή αλλιώς, ότι υπάρχουν αόρατες μέθοδοι για να πειστούν κάποιοι ( και οι κάποιοι αυτοί είναι το 52% ή και περισσότερο) να εγκαταλείψουν το σχολείο χωρίς να τελειώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ακόμα κι αν το δεχτούμε αυτό, θα μας πούνε ότι εντούτοις ο βαθμός είναι ίσως απαραίτητος γιατί με αυτό τον τρόπο εξαναγκάζεται ο μαθητής να μάθει . Με αυτό τον τρόπο καταπολεμούνται κάποια φαινόμενα αδιαφορίας ή ακόμα και άλογης αντίστασης ή αντίδρασης των μαθητών. Και επομένως, μπορεί να αναβαθμίζεται ακόμα και ο ρόλος του εκπαιδευτικού.

Νομίζω μάλιστα ότι σε αυτό το επίπεδο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο επίπεδο, τα νέα μέτρα φαίνονται να εξασφαλίζουν μια κάποια συναίνεση. Αν πάλι ξεφύγουμε από την περιπτωσιολογία και από τις μεμονωμένες περιπτώσεις, μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η ύπαρξη της βαθμολογίας θα αποτρέψει την αδικία ενός δασκάλου απέναντι σε ένα καλό μαθητή ο οποίος εντούτοις είναι ζωηρός και ο δάσκαλος τον αδικεί, μιας και ο έλεγχος είναι ένα χαρτί που μένει, και επομένως θα αποδοθεί δικαιοσύνη σ’ αυτό το επίπεδο. Μπορεί να ειπωθεί οτιδήποτε εδώ υπέρ του βαθμού.

Νομίζω, όμως, ότι η κύρια πλευρά των πραγμάτων είναι και πάλι άμα δούμε το πράγμα στην ολότητά του, δηλαδή στην κοινωνική του διάσταση κι εδώ θα δούμε ότι μέσα στο σώμα των νέων που είναι στο σχολείο, των μαθητών και των μαθητριών, η εισαγωγή του βαθμού λειτουργεί κυρίως ως αντικίνητρο για εκείνη τη μερίδα των μαθητών που τείνουν προς τη σχολική αποτυχία. Και όπως είδαμε, δεν είναι μια μερίδα περιθωριακή, αλλά τελικά είναι μια μερίδα που αφορά περισσότερο από 50% του μαθητικού συνόλου.

Λειτουργεί ως αντικίνητρο με την έννοια ότι δημιουργεί φόβο, ότι εντείνει το αίσθημα της αποτυχίας, ότι ακόμα -και αυτό είναι κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικό- συντείνει ώστε να γίνεται η αποδοχή της γνώσης με άκριτο και μηχανικό τρόπο, με ζητούμενο το βαθμό προαγωγής και όχι την ίδια τη συζήτηση ή την εμβάθυνση στο περιεχόμενο της γνώσης, ή πολύ περισσότερο την κριτική σ΄ αυτό το περιεχόμενο.

Θα έλεγα ακόμα, ότι εάν δεχτούμε ή δεχτούν κάποιοι ότι είναι απαραίτητη η αξιολόγηση ως μέθοδος παροχής γνώσης, ο βαθμός είναι από τις χειρότερες μεθόδους αξιολόγησης. Με την εξής έννοια : ότι ο βαθμός, ένας συγκεκριμένος αριθμός, ένα εφτά ή ένα οχτώ, μπορεί να σημαίνει πολύ διαφορετικά και συχνά αντιθετικά πράγματα. Ένα εφτά ότι επιβραβεύω έναν αδύναμο μαθητή για την πολύ καλή του προσπάθεια. ή ότι τιμωρώ, με σκοπό να συνετίσω, έναν μαθητή με πάρα πολύ υψηλά προσόντα ο οποίος είναι αμελής ή αδιάφορος ή οτιδήποτε άλλο.

Επομένως, ακόμη και αν μπούμε σε μια λογική αξιολόγησης, πιστεύω ότι η μέθοδος του αριθμητικού βαθμού δεν είναι το κατάλληλο Οι <<αδύνατοι >> μαθητές δεν είναι ένα αποτέλεσμα ούτε φυσικών ικανοτήτων ,ούτε ένα αποτέλεσμα ελλιπούς θέλησης, αλλά είναι και πάλι η αποτύπωση της κοινωνικής διαφοράς. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που φαίνεται σ’ όλες τις στατιστικές.

Σ’ όλες τις στατιστικές φαίνεται ότι οι γόνοι των λαϊκών τάξεων είναι αυτοί οι οποίοι σε μικρότερο ποσοστό φτάνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρουσιάζοντας μεγαλύτερα ποσοστά αποτυχίας μέσα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Επειδή, λοιπόν, αυτό είναι πάλι ένα κοινωνικό φαινόμενο, η αποτυχία, εκείνο το οποίο θα επέλθει με την εισαγωγή των βαθμών, θα είναι μια ακόμη μεγαλύτερη περιθωριοποίηση στο μορφωτικό επίπεδο, μορφωτική περιθωριοποίηση, των λαϊκών τάξεων.

Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η δευτερεύουσα πλευρά των πραγμάτων. Είναι η δευτερεύουσα, παρόλα αυτά είναι σημαντική. Είναι δευτερεύουσα ως προς την ταξική λειτουργία που επιτελεί η εκπαίδευση. Η εκπαίδευση δεν αποκλείει από τη γνώση τους γόνους της εργατικής τάξης, αποκλείει την ίδια την εργατική τάξη. Παράγει μια τάξη με μικρή μόρφωση, μια τάξη σχεδόν αμόρφωτη. Αυτό παράγει η εκπαίδευση. Και δεν έχει σημασία αν οι μελλοντικοί διευθύνοντες ή καπιταλιστές ή οτιδήποτε στρατολογηθούν σήμερα από σημερινά παιδιά των εργατών. Το σύστημα θα είναι το ίδιο. Με αυτή την έννοια λέω ότι είναι δευτερεύουσα η πλευρά αυτή. Εντούτοις, είναι πάρα πολύ σημαντική.

Νομίζω ότι το προηγούμενο σύστημα σε αυτό το επίπεδο παρότι δηλαδή διατηρούσε τον επιλεκτικό και κοινωνικό -δηλαδή ταξικό τελικά- χαρακτήρα του, είχε να επιδείξει κάποια σημαντικά αποτελέσματα. Με κάποια στοιχεία του μέσου της δεκαετίας του ’80, η Ελλάδα έρχεται τέταρτη μεταξύ των χωρών της Δύσης σε ποσοστό νέων ηλικίας πέντε έως δεκαεννιά χρονών οι οποίοι σπουδάζουν ή φοιτούν σε οποιασδήποτε μορφής εκπαιδευτικό ίδρυμα. Το ποσοστό αυτό για το μέσο της δεκαετίας του ’80 στην Ελλάδα είναι 79% και υπολείπεται μόνο του αντίστοιχου ποσοστού των Ηνωμένων Πολιτειών (85%), της Μεγάλης Βρετανίας (84%) και της Νέας Ζηλανδίας (81%). Είναι δηλαδή υψηλότερο από τη Γερμανία ή τη Γαλλία ή όπου αλλού.

Νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο πράγμα το οποίο θα αλλάξει άμεσα ή το πολύ μεσοπρόθεσμα με την εισαγωγή του νέου συστήματος. Και νομίζω ότι πολύ περισσότερο θα αρχίσει σιγά-σιγά να υπονομεύεται και ο ίδιος ο νόμος για την υποχρεωτική εννιάχρονη εκπαίδευση. Δηλαδή θα «αποδεικνύεται» σε όλο και περισσότερους νέους της λαϊκής καταγωγής ότι <<δεν παίρνουν τα γράμματα>> επομένως πρέπει να εγκαταλείψουν το σχολείο πριν καν τελειώσουν την εννιάχρονη εκπαίδευση.

Το ζήτημα του λειτουργικού αναλφαβητισμού, ζήτημα που δεν έχει εξαλειφθεί και φαίνεται ότι κατά τις επόμενες δεκαετίες δεν θα εξαλειφθεί σε καμία δυτική χώρα, τώρα θα ενταθεί. Και πάει λέγοντας.

Ποιο είναι, τελικά, το ζητούμενο αυτής της πολιτικής ; Γιατί ακολουθείται μια τέτοια πολιτική αφού φαίνεται ότι ούτε την επιλογή πάει να βάλει πάλι μέσα στο σχολείο (η επιλογή υπάρχει πάντα), ούτε το μορφωτικό επίπεδο να ανυψώσει ; Το αντίθετο, μάλιστα, θα κορυφώσει τα φαινόμενα άγχους και αποκλεισμού από την εκπαίδευση.

Νομίζω ότι το ζητούμενό τους , τελικά, είναι η οικοδόμηση προοπτικά του αυταρχικού σχολείου και ότι είναι μια πολιτική που εντάσσεται στο ευρύτερο όραμα των συντηρητικών δυνάμεων της χώρας μας, αλλά και της Ευρώπης, για την οικοδόμηση μιας αυταρχικής κοινωνίας, αυτό που λέμε το νεοφιλελεύθερο συντηρητικό όραμα.

Πολύ χοντρικά μπορούμε να πούμε ότι αν το σχολείο είναι έτσι κι αλλιώς ένας από τους πιο σημαντικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής της κοινωνίας στη σημερινή της μορφή, της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή αναπαράγει ανθρώπους με κοινωνικές και επαγγελματικές δεξιότητες ώστε αυτοί οι άνθρωποι να είναι πρόθυμοι αλλά και ικανοί να δεχτούν τις θέσεις που έχει ανάγκη ο καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας, το αυταρχικό σχολείο είναι ο μηχανισμός για το φτιάξιμο μιας αυταρχικής κοινωνίας, δηλαδή μιας κοινωνίας με όλο και περισσότερο περιθωριοποιημένες τις δυνάμεις της εργασίας.

* Το παραπάνω κείμενο είναι η ομιλία – εισήγηση που έκανε ο Γ. Μηλιός σε εκδήλωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ το Φεβρουάριο του 1992

  • Kατηγορίες

  • Σιγά μην κλάψω!

    Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω. Και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω. Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω. Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω. Μα εγώ μ΄ ένα άγριο περήφανο χορό σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω. Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
  • Photobucket ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΩΤΟ ΣΕ ΠΟΡΕΙΑ!! Photobucket Photobucket Κι άμα τα πάρω, θα πάρω φόρα, θα σας ρημάξω στις κλωτσιές στην ανηφόρα Άμα τα πάρω δε θα μπορέσουν δυο διμοιρίες από ΜΑΤ να με βολέψουν Κι έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, κρύβομαι μέσα μου και κάνω πανικό Έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, τη φαντασία μου χορεύω στο κενό